Μια ζεστή καλοκαιρινή μέρα, γεμάτη με το άρωμα των χόρτων και των λουλουδιών, περπατούσε ένα μικρό γκριζούλικο ποντικάκι, η Φρόσω, στο ξέφωτο του δάσους. Μάζευε λουλούδια για μπουκέτο και ξαφνικά είδε στο δρόμο ένα στάχυ σιταριού.
Η Φρόσω σήκωσε το στάχυ, το εξέτασε προσεκτικά και είδε ότι ήταν γεμάτο με χρυσαφένιους κόκκους, από τη βάση μέχρι την κορυφή. Το μικρό ποντικάκι το πήρε μαζί με τα λουλούδια και το κουβάλησε στη φωλιά του, που βρισκόταν στην άλλη άκρη του ξέφωτου. Καθώς περπατούσε, λυγισμένη κάτω από το βάρος του σταχιού, συνάντησε τον δειλό λαγό Μακριά Αυτιά.
Κοίταξε πώς κοπιάζει το ποντικάκι και της λέει:
Έι, Φρόσω, γιατί θέλεις αυτό το βαρύ στάχυ; Μην το κουβαλάς, μην κουράζεσαι. Πέταξέ το!
Η Φρόσω κοίταξε τον Μακριά Αυτιά με επικριτικό βλέμμα και του λέει:
Όχι, δεν θα αφήσω το στάχυ, δεν θα το πετάξω, θα μου χρειαστεί πολύ.
Και συνέχισε με το δύσκολο φορτίο της. Περπατούσε και περπατούσε, και ξαφνικά, βλέπει σε ένα ψηλό πεύκο τον σκίουρο Πυκνοουρά να κάθεται, να τρώει φουντούκια και κουκουνάρια.
Ο σκίουρος είδε κι αυτός τη Φρόσω και της λέει:
Ποντικάκι, το στάχυ είναι τόσο βαρύ, τόσο μεγάλο, είναι δύσκολο να το κουβαλάς, άφησέ το, τότε θα περπατάς πιο εύκολα.
Όχι, δεν θα το αφήσω.
Είπε η Φρόσω με κουρασμένη φωνή και συνέχισε το δρόμο της προς τη ζεστή φωλιά της. Για πολλή ώρα ακόμα περπατούσε η μικρή Φρόσω στο ξέφωτο, κουρασμένη. Μπήκε στη φωλιά της, ξεκουράστηκε λίγο, πήρε ένα ειδικό εργαλείο για αλώνισμα, αλώνισε το στάχυ και όλοι οι κόκκοι έπεσαν έξω.
Τους κόσκινισε, τους έβαλε στο μυλωνάκι, άλεσε τους κόκκους και βγήκε αλεύρι. Το αλεύρι της Φρόσως ήταν λευκό-λευκό, αφράτο-αφράτο. Πήρε μια χούφτα βούτυρο, αυγά, ζάχαρη και ζύμωσε τη ζύμη. Το ποντικάκι άναψε τον φούρνο, έψησε από τη ζύμη πιτάκια με διάφορες γεμίσεις: με βατόμουρα, με φουντούκια, με μανιτάρια, με τυρί...
Τα πιτάκια βγήκαν ροδοκόκκινα, ορεκτικά και αρωματικά. Η μυρωδιά ακουγόταν σε όλο το δάσος. Μετά η Φρόσω έβρασε τσάι από δασικά βότανα, έστρωσε το τραπέζι και κάλεσε για επίσκεψη τον λαγό Μακριά Αυτιά και τον σκίουρο Πυκνοουρά.
Εκείνοι εκπλάγηκαν πολύ:
Φρόσω, από πού βρήκες τέτοια εδέσματα;
Όλα αυτά είναι από εκείνο το στάχυ.
Τους απάντησε η Φρόσω.
Δούλεψα, δεν τεμπέλιασα, και τα πιτάκια είναι το αποτέλεσμα της δουλειάς μου. Φάτε και σκεφτείτε καλά, θυμηθείτε πώς με πείθατε να εγκαταλείψω το πολύτιμο στάχυ, χωρίς το οποίο δεν θα έβγαιναν τέτοια νόστιμα και αρωματικά πιτάκια.
Στα λόγια του μικρού ποντικιού ακουγόταν μεγάλη σοφία για το ότι κάθε εργασία ανταμείβεται και ποτέ δεν είναι μάταιη. Και ιδιαίτερα εκτιμάται αυτό που έκανες μόνος σου, με τα χέρια σου και την προσπάθειά σου.