Η πρωινή δροσιά ακόμα έλαμπε στο γρασίδι. Ο ανατέλλων ήλιος δεν είχε προλάβει να την στεγνώσει, δίνοντας στα έντομα να πιουν το θεραπευτικό νερό.
Στα πυκνά θάμνη της κερασιάς άρχισαν να τραγουδούν τα καρδερίνια. Σύντομα ανταποκρίθηκαν και άλλα πουλιά. Τραγουδούσαν με διαφορετικές φωνές, σαν να ανταγωνίζονταν μεταξύ τους. Από την πρωινή βόλτα επέστρεφε σπίτι ο γέρος σκαντζόχοιρος. Στην πλάτη του ξεχώριζε ένα μεγάλο λευκό μανιτάρι. Νόστιμο θα είναι σήμερα το πρωινό για την οικογένεια των σκαντζόχοιρων.
Ο σκίουρος καθόταν σε μια ψηλή νεαρή βελανιδιά. Και όταν ο δρυοκολάπτης χτύπησε τον κορμό με το δυνατό του ράμφος, ψάχνοντας για σκαθάρια και έντομα, πήδηξε σε ένα πυκνό πεύκο. Ο σκίουρος ήταν γρήγορος σαν αστραπή.
Και κάτω, ανάμεσα στα ξερά κλαδιά, στεκόταν ένα μεγάλο κούτσουρο, και πάνω σε αυτό το κούτσουρο ήταν μανιτάρια. Αυτός ήταν ο ασβός — ένα ζωάκι σταχτόχρωμο, που τα ετοίμαζε για τα μικρά του.
Ήταν όμορφες μέρες, ωρίμαζαν τα μούρα: βατόμουρα, φράουλες, φραγκοστάφυλα. Παντού άνθιζαν αρωματικά λουλούδια.
Λοιπόν, σε ένα από αυτά τα μυστηριώδη και παραμυθένια όμορφα δάση, ζούσε μια οικογένεια αρκούδων. Στη φωλιά τους οδηγούσε ένα φαρδύ μονοπάτι, που περνούσε κατά μήκος μιας όμορφης δασικής λίμνης, γεμάτης με διάφανο νερό πηγής.
Ο μπαμπάς Αρκούδος πήγαινε για κυνήγι, η μαμά Αρκούδα ασχολούνταν με τις δουλειές του σπιτιού, και ο μικρός Αρκουδάκι Τάκης ζούσε τη δική του παιδική ζωή. Κάθε πρωί η μαμά Αρκούδα τον φώναζε για πρωινό.
Ο Τάκης πλησίαζε το τραπέζι, καθόταν στην καρεκλίτσα του και άρχιζε να γκρινιάζει:
Δεν θέλω να φάω χυλό, δεν θα φάω!
Η μαμά του τον παρακαλούσε, και ακόμα τον τάιζε με το κουταλάκι, και του τραγουδούσε ένα ποιηματάκι-παραμύθι:
Οι μελισσούλες πετούν,
Χρυσά κουβαδάκια
Στο χωράφι κουβαλούν.
Και από το χωράφι πετούν —
Στα χρυσά κουβαδάκια
Στον Τάκη μελάκι φέρνουν.
Αχ, νόστιμο,
Αχ, νόστιμο
Χυλάκι για τον Τάκη.
Μελένιο χυλό, ευχάριστο,
Πολύ αρωματικό.
Μόνο να έτρωγε ο γιούλης μου.
Ε, έστω ένα κουταλάκι, Τακούλη. Αλλιώς δεν θα έχεις δύναμη για τίποτα.
Τον παρακαλούσε.
Α-α-α, δεν θέλω να φάω χυλό, δεν μου χρειάζεται δύναμη!
Ακόμα πιο δυνατά γκρινιάζει ο Τάκης.
Κάποια μέρα, το χυλό προσβλήθηκε:
Κοίτα να δεις! Λοιπόν, αρκουδάκι, δεν θέλεις να με φας, ε, δεν πειράζει!
Ο Τάκης χάρηκε που δεν τον ανάγκαζαν πια να φάει χυλό, και έτρεξε στο ξέφωτο να παίξει.
Βλέπει — τα γειτονόπουλα αρκουδάκια παίζουν ποδόσφαιρο.
Έλα μαζί μας.
Τον φώναξαν ζωηρά τα αρκουδάκια-ποδοσφαιριστές.
Έτρεξε ο Τάκης πίσω από την μπάλα, αλλά κουράστηκε πολύ γρήγορα.
Μάλλον δεν έφαγες το χυλό σου. Και κρίμα…
Του είπαν οι φίλοι του.
Έπρεπε ο Τάκης να βρει άλλη ασχολία. Κοιτάζει, και στο λιβάδι τα κουνέλια τρέχουν αγώνα. Προσπάθησε και το αρκουδάκι να ανταγωνιστεί μαζί τους, αλλά που να μπορέσει. Δεν μπόρεσε να προλάβει τα γρήγορα κουνέλια, σκόνταψε και έπεσε.
Τι έγινε, Τάκη, πάλι δεν τελείωσες το χυλό σου; Δύναμη δεν έχεις πολλή.
Του συμπονέσαν τα κουνέλια.
Πήγε το Αρκουδάκι στη λίμνη, και εκεί οι κάστορες κολυμπούσαν με βάρκα. Θέλησε κι αυτός να κολυμπήσει μαζί τους. Τον πήραν οι κάστορες στη βάρκα, του έδωσαν κουπιά. Δύο φορές κούνησε τα κουπιά ο Τάκης — και του έπεσαν από τα χέρια.
«Μάταια προσέβαλα το χυλό, δεν ήθελα να το φάω. Τίποτα δεν μου βγαίνει — όλα μου πέφτουν από τα χέρια. Ας πάω σπίτι!» — σκέφτηκε ο Τάκης.
Λυπημένος και στενοχωρημένος ήρθε σπίτι, κοιτάζει — το πιάτο με το χυλό στο τραπέζι στέκεται.
Χαμογελάει το χυλό και λέει στο Αρκουδάκι:
Τι, δεν έχεις δύναμη; Έλα, φάε με γρήγορα — και όλα θα πάνε τέλεια!
Έπλυνε ο Τάκης τα ποδαράκια του μετά τη βόλτα, κάθισε στο τραπέζι, πήρε το κουτάλι και άρχισε με όρεξη να τρώει το χυλό, μόνο ακουγόταν πώς το κουταλάκι χτυπούσε στο πιατάκι.
Η μαμά Αρκούδα το είδε, χάρηκε, επαίνεσε το γιούλη της:
Τώρα ναι. Μπράβο!
Και ο ευχαριστημένος Τάκης έτρεξε να παίξει με τους φίλους του-αρκουδάκια ποδόσφαιρο. Γιατί τώρα, χάρη στο χυλό, έγινε δυνατός και ανθεκτικός. Και το χυλό δεν προσβλήθηκε πια.
Διαβάστε παραμύθια, σε αυτά υπάρχει η λαϊκή σοφία και η χρήσιμη συμβουλή!