Ζούσε ένα αγόρι που λεγόταν Γιάννης. Οι γονείς του του χάρισαν ένα σκυλάκι που λεγόταν Φιλαράκος, ήταν έξυπνο και τρυφερό. Το αγόρι πήγαινε στο σχολείο, οι ενήλικες πήγαιναν στη δουλειά. Και ο Φιλαράκος έμενε μόνος στο σπίτι, ήταν λυπημένος και μόνος. Δεν είχε τίποτα άλλο να κάνει παρά να κάθεται όλη την ημέρα στο παράθυρο και να παρατηρεί τα αυτοκίνητα και τους περαστικούς. Τα παράθυρα έβλεπαν ακριβώς στο δρόμο, όπου ήταν εγκατεστημένο ένα φανάρι.
Μια μέρα ο Γιάννης με τη μαμά του βιάζονταν να πάνε κάπου και δεν έκλεισαν την πόρτα. Ο Φιλαράκος ήταν τόσο περίεργος που αμέσως αποφάσισε να βγει στο δρόμο και να βρει τους ιδιοκτήτες του. Ο σκύλος κοίταξε γύρω του, αλλά δεν είδε γνώριμα πρόσωπα.
Πιθανώς είναι στην άλλη πλευρά του δρόμου.
Σκέφτηκε ο Φιλαράκος.
Αλλά πώς θα πάω εκεί, πώς θα διασχίσω το δρόμο, αφού τα αυτοκίνητα τρέχουν με μεγάλη ταχύτητα.
Ο σκύλος σήκωσε το κεφάλι και είδε ένα απειλητικό κόκκινο φως. Στο περιθώριο του δρόμου συγκεντρώνονταν άνθρωποι. Κι αυτοί πιθανώς έπρεπε να πάνε στην άλλη πλευρά. Το κόκκινο φως σβήστηκε, άναψε το πράσινο και όλοι οι πεζοί βγήκαν στο δρόμο. Ο Φιλαράκος έτρεξε κι αυτός.
Δεν υπήρχε όριο στη χαρά του, στην άλλη πλευρά του δρόμου ο Φιλαράκος συνάντησε τον Γιάννη με τη μαμά του.
Το αγόρι πήρε το αγαπημένο του σκυλάκι στα χέρια και άρχισε να εξηγεί:
Βλέπεις, εκεί υπάρχουν τρία μάτια, αυτό είναι το φανάρι. Σε αυτό το σημείο υπάρχει μεγάλη κυκλοφορία και χωρίς αυτό δεν μπορείς να διασχίσεις το δρόμο. Θυμήσου: αν ανάψει το κόκκινο — σταμάτα και περίμενε. Μόλις ανάψει το πράσινο — κοίταξε γύρω σου και προχώρησε με θάρρος. Ξέρε ότι πρέπει να διασχίζεις το δρόμο μόνο στις διαβάσεις πεζών.
Και πώς ξέρεις όλα αυτά;
Ρώτησε ο σκύλος με έκπληξη.
Είμαι ήδη μεγάλος, αυτοί οι κανόνες οδικής κυκλοφορίας τους μαθαίνουμε στο σχολείο.
Απάντησε το αγόρι.
Έτσι ο Φιλαράκος γνώρισε το φανάρι και τους κανόνες διάσχισης στην άλλη πλευρά του δρόμου.