Ζούσε κάποτε στο δάσος μια νέα Σκαντζόχοιρα. Μια μέρα περπατούσε στο μονοπάτι, περπατούσε… και ξαφνικά κάτι έπεσε στην πλάτη της. Ήταν ένα μεγάλο μανιτάρι. Η Σκαντζόχοιρα κοίταξε προς τα πάνω και εκεί στο δέντρο καθόταν το Σκιουράκι και έβγαζε τα χειμερινά του αποθέματα από το κούφιο.
Σκιουράκι, έπεσε το μανιτάρι σου και χτύπησε ακριβώς τα αγκάθια μου, ― φώναξε η Σκαντζόχοιρα.
Δεν πειράζει, έχω πολλά. Ας σου το κάνω δώρο!
Δώρο; Δεν σε λυπάει;
Όχι, ― απάντησε το Σκιουράκι, ― έχω μαζέψει πολλά.
Τότε είμαστε φίλοι; Μόνο οι φίλοι κάνουν δώρα, ― είπε η Σκαντζόχοιρα.
Φίλοι, φίλοι! ― γέλασε το Σκιουράκι. ― Έλα αργότερα, γιατί τώρα είμαι απασχολημένο με τη ρύθμιση. Θα παίξουμε κυνηγητό!
Ευχαριστώ σε, Σκιουράκι! Σίγουρα θα έρθω να σε επισκεφθώ! ― χάρηκε η νέα Σκαντζόχοιρα και έτρεξε παρακάτω.
Βγήκε στα όρια του δάσους. Από εκεί ήταν ορατό ένα ξύλινο σπίτι ― πολύ κοντά. Και δίπλα στο σπίτι ― μια στάνη, δίπλα στην οποία περπατούσαν πολύχρωμες κότες. Η νέα Σκαντζόχοιρα ήθελε να μάθει τι κάνουν τέτοια όμορφα πουλιά. Επιπλέον, θυμήθηκε ότι η μαμά της της είχε πει για ένα πολύ νόστιμο λιχούδι ― τα κοτόπουλα αυγά.
Καλησπέρα, κότες! ― φώναξε δυνατά η Σκαντζόχοιρα. ― Ήρθα να σας επισκεφθώ. Θέλω να γίνουμε φίλες!
Ποια, ποια, ποια είσαι; ― κακάρισαν οι κότες. ― Δεν σε ξέρουμε.
Είμαι η Σκαντζόχοιρα. Περπατούσα στο δάσος και αποφάσισα να σας επισκεφθώ. Ας γίνουμε φίλες!
Γιατί να γίνουμε φίλες με σένα; Είμαστε πολλές, δεν χρειαζόμαστε φίλες.
Η Σκαντζόχοιρα εκπλάγη πολύ από το κακάρισμα των κοτών και είπε ήσυχα: «Σας έφερα ένα δώρο: ένα μεγάλο μανιτάρι στην πλάτη μου. Είναι πολύ νόστιμο και χρήσιμο».
Καλά, ― λυπήθηκε ένα νέο Κοτοπουλάκι. ― Θα σου είμαι φίλη.
Η Σκαντζόχοιρα χάρηκε και της έδωσε το μανιτάρι. Το Κοτοπουλάκι άρχισε να τρώει το μανιτάρι και να λέει: «Κακά-κακά! Τι νόστιμο μανιτάρι μου έφερε η νέα μου φίλη!».
Ξαφνικά από το σπίτι έτρεξε ένα μικρό κουτάβι και με δυνατό γάβγισμα επιτέθηκε στις κότες. Οι κότες σκορπίστηκαν προς όλες τις κατευθύνσεις, και το κουτάβι άρχισε να κυνηγά το πιο χρωματιστό Κοτοπουλάκι.
Γαβ-γαβ! Θα σε πιάσω και θα σε δαγκώσω! Γαβ-γαβ! Θα σου τραβήξω τα φτερά από την ουρά! ― γάβγιζε το κουτάβι.
Το Κοτοπουλάκι με δυνατό κακάρισμα έτρεξε δίπλα από τη Σκαντζόχοιρα.
Κακάαα-κακάαα! Βοήθεια! Βοήθεια! ― φώναζε ζητώντας βοήθεια.
Η Σκαντζόχοιρα κυλήθηκε σε μπάλα, ανοίγοντας τα αιχμηρά της αγκάθια και κύλησε προς το κουτάβι. Το κουτάβι χτύπησε τη μύτη του στα αγκάθια και τσιμπήθηκε. Σταμάτησε απότομα, έκανε μια μικρή κραυγή, τρίψε τη μύτη του με το πόδι του και έφυγε τρέχοντας.
Οι κότες συγκεντρώθηκαν και άρχισαν να ευχαριστούν τη Σκαντζόχοιρα.
Είσαι υπέροχη! Μας έσωσες από το κουτάβι! Θα μας έβγαζε τα φτερά... Χθες μας κυνηγούσε για πολύ καιρό. Θα σου είμαστε φίλες. Έλα κάθε μέρα!
Προτείνω να ευχαριστήσουμε τη φίλη μας και να της δώσουμε ένα αυγό, ― πρότεινε το χρωματιστό Κοτοπουλάκι.
Σας αρέσουν τα αυγά; ― ρώτησε ένας μεγάλος πολύχρωμος Κόκορας.
Δεν τα έχω δοκιμάσει ποτέ, αλλά η μαμά μου είπε ότι είναι νόστιμα, ― απάντησε η Σκαντζόχοιρα.
Ορίστε το δώρο μας! ― είπε το πιο μεγάλο Κοτοπουλάκι και έδωσε στη φιλοξενούμενη ένα αυγό.
Ευχαριστώ, φίλες! Κι εσείς απολαύστε το μανιτάρι! Αλλά τώρα πρέπει να πάω σπίτι.
Έλα αύριο να μας επισκεφθείς! ― κακάριζαν δυνατά οι κότες.
Αντίο! ― φώναξε η Σκαντζόχοιρα και έτρεξε να απολαύσει το αυγό, κινώντας τα πόδια της πολύ γρήγορα.