Άκρη του δάσους. Πρωί.
Σκαντζόχοιρα! Έλα έξω! Ξύπνα! Πάμε μαζί μας να παίξουμε, να κάνουμε γυμναστική! ― φώναζαν οι αδελφές Σκίουροι έξω από τη φωλιά της φίλης τους.
Μόλις άνοιξα τα μάτια μου, ― απάντησε η νυσταγμένη Σκαντζόχοιρα, εμφανιζόμενη από κάτω από το έδαφος.
Σταμάτα να κοιμάσαι! Οι φίλοι σου ήρθαν και σε καλούν για ένα ξεκούραση! ― απάντησαν χορωδιακά οι αδελφές.
Και σε τι θα παίξουμε;
Στο κυνήγι. Θα τρέχουμε μόνο στο έδαφος.
Εντάξει, ― απάντησε η Σκαντζόχοιρα τεντώνοντας.
Και μετά ας κάνουμε γυμναστικές ασκήσεις, ― πρότειναν οι σκίουροι.
Και πώς γίνεται αυτό; ― δεν κατάλαβε η Σκαντζόχοιρα.
Λοιπόν, τα πόδια πάνω-κάτω, τα πόδια στο πλάι, γυρίζουμε το κεφάλι εδώ-κει, ― και η μεγαλύτερη Σκίουρος άρχισε να δείχνει τις ασκήσεις. ― Κάθε πρωί πρέπει να ξεκινάς με πλύσιμο, βούρτσισμα δοντιών και γυμναστική. Θα είσαι υγιής, γενναία και δυνατή. Στη γυμναστική, σταθείτε!
Δύο Σκίουροι και η Σκαντζόχοιρα άρχισαν να παίζουν κυνήγι στην άκρη του δάσους, να αστειεύονται και να γελούν.
Κρα! Κρα! ― κράξε το Κοράκι, καθισμένο σε ένα κλαδί της ελάτης. ― Τι κάνετε εδώ νωρίς το πρωί που ταράξατε ολόκληρο το δάσος; Θόρυβος και φασαρία!
Κάνουμε πρωινή γυμναστική, ― απάντησαν οι φίλες.
Μπορώ κι εγώ μαζί σας; ― ρώτησε το Κοράκι και κατέβηκε στο έδαφος.
Φυσικά! Ενώσου μαζί μας!
Και τι πρέπει να κάνω;
Άνοιξε τα φτερά σου και σήκωσέ τα αργά προς τα πάνω, μετά κατέβασέ τα προς τα κάτω, ― διέταξε το Σκίουρο.
Το Κοράκι άρχισε να κάνει τις ασκήσεις. Εκείνη τη στιγμή, ένας νεαρός Λαγός έτρεχε δίπλα.
Τι γελάτε εδώ; Σας ακούω από μακριά! ― ρώτησε.
Κάνουμε πρωινή γυμναστική, ― απάντησε η Σκαντζόχοιρα. ― Και το Κοράκι ενώθηκε μαζί μας.
Μπορώ κι εγώ μαζί σας; ― ρώτησε ο Λαγός.
Μπορείς, ― απάντησαν χορωδιακά οι φίλοι.
Και τι πρέπει να κάνω… ― Ο Λαγός σταμάτησε στη μέση της φράσης. Παγώθηκε στη θέση του, άνοιξε τα μάτια του, έσκυψε τα αυτιά του και κοίταξε σε ένα σημείο.
Όλοι κοίταξαν προς τα εκεί που κοίταζε και είδαν ένα φίδι.
Οχιά! ― κράξε δυνατά το Κοράκι και πέταξε στο κλαδί. Αμέσως ανέβηκαν και οι σκίουροι στο δέντρο. Και η Σκαντζόχοιρα κυλίστηκε σε ένα αγκαθιασμένο μπαλάκι και κύλησε προς το φίδι.
Η οχιά σφύριξε, έσερνε το σώμα της προς το μπαλάκι, σήκωσε το κεφάλι της και έβγαλε τη μακριά λεπτή γλώσσα της.
Προσέχου! Η οχιά θα σε δαγκώσει! Θα σε δηλητηριάσει! ― κράξε δυνατά το Κοράκι.
Ο Λαγός δεν μπορούσε να κινηθεί, έτρεμε σαν φύλλο ασπέν. Η οχιά επιτέθηκε στη Σκαντζόχοιρα, αλλά τραυματίστηκε στα αιχμηρά αγκάθια. Το φίδι έσκυψε το κεφάλι του στο χορτάρι, και εκείνη τη στιγμή η Σκαντζόχοιρα το άρπαξε από την ουρά και το κατάπιε.
Το Κοράκι σταμάτησε ακόμη και να κράζει από έκπληξη. Τι μάχη! Ασυνήθιστη!
Πώς τα κατάφερες; ― ρώτησε ο Λαγός τη Σκαντζόχοιρα, σταματώντας να τρέμει και σηκώνοντας τα αυτιά του.
Εμείς οι σκαντζόχοιροι δεν φοβόμαστε τα δηλητηριώδη φίδια. Το δηλητήριό τους δεν μας βλάπτει. Αλλά είναι πολύ νόστιμα. Έφαγα τόσο πολύ που δεν χρειάζομαι φαγητό ούτε σήμερα ούτε αύριο, ― απάντησε χαρούμενα η Σκαντζόχοιρα.
Κρα! Κρα! Η Σκαντζόχοιρα έφαγε το φίδι! Κρα! Κρα! Η Σκαντζόχοιρα μας έσωσε! ― φώναζε το Κοράκι, πετώντας πάνω από το δάσος.
Οι Σκίουροι κατέβηκαν από το δέντρο και πρότειναν να συνεχίσουν το παιχνίδι του κυνηγιού.
Συμφωνούμε! ― απάντησαν χαρούμενα ο Λαγός και η Σκαντζόχοιρα.