Σε ένα απομακρυσμένο χωριό, στα βουνά, ζούσε ένας φτωχός αγρότης που ονειρευόταν να γίνει μουσικός. Και αφού συγκέντρωσε το απαιτούμενο ποσό, αγόρασε ένα ξύλινο αυλό από το κατάστημα του χωριού.
Στην αρχή, ο αγρότης κατάφερνε να βγάλει από το αυλό μόνο σιγιλιστικούς ήχους, αλλά δεν απογοητεύθηκε και κάθε μέρα προπονούνταν στο παίξιμο.
Και με την πάροδο του χρόνου, έμαθε να παίζει τόσο δεξιοτέχνως, που τα καθαρά μελωδικά κομμάτια του αυλού χαϊδεύουν το αυτί, και οι καρδιές ακόμη και των πιο σκληρών κατοίκων του χωριού άρχιζαν να χαμογελούν όταν άκουγαν τη όμορφη μελωδία.
Αλλά σε μια όμορφη βραδιά, όταν ο αυλός εκπέμπει τους γοητευτικούς του ήχους, ένας βασιλιάς από μια γειτονική χώρα περνούσε από το χωριό για κάποιο σημαντικό θέμα και άκουσε με προσοχή το εκπληκτικό παίξιμο του μουσικού.
Ιδών τον αγρότη, σταμάτησε το άρμα του και τον κάλεσε κοντά του.
Όταν εκείνος πλησίασε, ο βασιλιάς ρώτησε:
Ποιος είσαι;
Είμαι ποιμένας
Απάντησε ο αγρότης
Και τι είναι αυτή η θαυμάσια μελωδία που ακούγεται από το αυλό σου;
Ρώτησε ο βασιλιάς
Την επινόησα ο ίδιος
Είπε ο αγρότης
Ο βασιλιάς ζήτησε από τον αγρότη να παίξει ξανά.
Ο αγρότης συμφώνησε, έβγαλε το αυλό και άρχισε να παίζει.
Η μελωδία που εκπέμπεται από το αυλό ήταν τόσο τρυφερή και συγκινητική, που οι καρδιές του βασιλιά και της συνοδείας του έτρεμαν. Και όταν ο αγρότης τέλειωσε το παίξιμο, ο καθένας τους δεν μπόρεσε να κρατήσει τα δάκρυά του.
Πόσο όμορφοι είναι οι ήχοι του αυλού σου!
Είπε ο βασιλιάς
Δεν έχω ακούσει ποτέ κάτι τέτοιο. Δεν θέλεις να γίνεις ο δικός μου μουσικός της αυλής; Θα σε ανταμείψω γενναιόδωρα για το παίξιμό σου.
Ω, Υψηλότατε!
Απάντησε ο αγρότης
Φυσικά! Με μεγάλη χαρά! Είμαι ευτυχής που μπορώ να σας προσφέρω τέτοια τιμή!
Και ο αγρότης μεταφέρθηκε στο παλάτι, όπου χαροποιούσε τους ανθρώπους με το υπέροχο παίξιμό του.
Από τότε έζησε μακρά και ευτυχή ζωή.
Θυμηθείτε παιδιά! Ποτέ μην παραιτηθείτε μπροστά στις δυσκολίες και τότε θα επιτύχετε τον στόχο σας.