Ζούσε κάποτε στο δάσος μια οικογένεια αρκούδων: ο μπαμπάς Αρκούδος, η μαμά Αρκούδα και το αρκουδάκι Μίσα. Κάποια μέρα ο μπαμπάς και η μαμά αρκούδα πήγαν στο δάσος να μαζέψουν μούρα και κώνους για το χειμώνα, και πριν φύγουν είπαν στο Μίσα: «Φεύγουμε για όλη την ημέρα, εσύ να είσαι καλό παιδί, μείνε στο σπίτι και μην φύγεις από την αυλή!». Και έφυγαν στο δάσος.
Κάθισε το Μίσα στο σπίτι, κάθισε, αλλά ο ήλιος έξω ήταν τόσο δελεαστικός που αποφάσισε να βγει στην αυλή να παίξει. Κυλιόταν στο γρασίδι, χαϊδευόταν στον ήλιο. Είδε μια πεταλούδα σε ένα λουλούδι, της έκανε την παρακολούθηση για να την πιάσει, αλλά εκείνη πέταξε και πήγε σε άλλο λουλούδι. Αυτός πήδηξε πάλι πίσω της, και εκείνη πέταξε ακόμα πιο μακριά.
Έτσι το Μίσα κυνηγούσε την πεταλούδα, κυνηγούσε, και δεν παρατήρησε πώς απομακρύνθηκε από το σπίτι και βρέθηκε σε ένα άγνωστο δάσος.
Φοβήθηκε το αρκουδάκι, έτρεχε εδώ κι εκεί στη λιανοτόπι, κοίταζε γύρω του και δεν έβλεπε το σπίτι του πουθενά. Φώναζε και φώναζε, φώναζε τη μαμά, αλλά κανείς δεν τον άκουσε. Τότε το Μίσα κάθισε κάτω από ένα δέντρο και έκλαιγε πικρά.
Σε αυτή τη στιγμή ένα κουνούπι με μυτερή μύτη πετούσε στο δάσος, είδε το αρκουδάκι να κάθεται κάτω από το δέντρο. Χάρηκε το κουνούπι, σκεπτόμενο ότι τώρα θα το τσιμπήσει στη μύτη και θα φάει καλά. Μόλις πλησίασε το Μίσα, μόλις ήθελε να το τσιμπήσει, αλλά είδε ότι έκλαιγε και σκούπιζε τα δάκρυά του. Λυπήθηκε το κουνούπι να τσιμπήσει το Μίσα και αποφάσισε να του ρωτήσει γιατί ήταν τόσο στενοχωρημένο.
Γιατί κλαις, αρκουδάκι;
Πώς να μην κλαίω, κουνούπι! Χάθηκα! Έτρεξα μακριά από το σπίτι, κυνηγούσα μια πεταλούδα και χάθηκα. Πετάς ψηλά, ανέβα και κοίταξε, μήπως δεις το σπιτάκι μου!
Ανέβηκε το κουνούπι ψηλά, πετούσε και πετούσε, αρχίζοντας να κουράζεται. Και οι ψηλές ελάτες και πεύκα στο δάσος δεν ήταν εύκολο να ανέβει πάνω τους. Τότε πέταξε δίπλα ένα ζωηρό σπουργίτι. Το είδε το κουνούπι και σκέφτηκε να το φάει.
Μόλις άνοιξε το ράμφος του για να το καταπιεί, το κουνούπι του φώναξε: «Σταμάτα! Μην με φας, σπουργίτι! Καλύτερα βοήθησέ με να βρω το σπιτάκι του Μίσα, γιατί δεν έχω πια δύναμη να ανέβω ψηλότερα».
Κοίταξε το σπουργίτι κάτω: εκεί κάθεται το Μίσα και κλαίει. Αποφάσισε το σπουργίτι να βοηθήσει, αφού ήταν τέτοια υπόθεση. Ανέβηκε ψηλότερα από τις ελάτες και τα πεύκα, κοίταξε γύρω του και είδε το σπιτάκι του Μίσα. Μετά κατέβηκε στο αρκουδάκι και κελαηδάει: «Τρέξε πίσω μου, Μίσα! Θα σου δείξω πού είναι το σπιτάκι σου!».
Έτρεξε το αρκουδάκι πίσω από το σπουργίτι, έτρεχε και έτρεχε και βγήκε σε μια λιανοτόπι κοντά στο σπίτι του. Και εκεί οι γονείς-αρκούδες είχαν ήδη επιστρέψει από το δάσος και τον έψαχναν. Τον είδε και φώναξε από χαρά: «Μαμά, μπαμπά, είμαι εδώ!». Τον αγκάλιασαν οι γονείς του δυνατά: «Μας τρόμαξες, Μίσα-που-χάθηκες. Μην πας πια μόνος σου στο δάσος, άκουγε τη μαμά και τον μπαμπά, αλλιώς μπορεί να συμβεί κάτι κακό!».
Υποσχέθηκε το Μίσα ότι από τώρα θα άκουγε πάντα τους γονείς του. Και το κουνούπι και το σπουργίτι έγιναν από τότε οι φίλοι του.