Ζούσε κάποτε στον κόσμο ένα αγόρι που λεγόταν Ανδρέας. Και ήταν, όπως όλα τα αγόρια — λίγο ζωηρός, άτακτος και χαρούμενος. Ωστόσο, ήξερε τα όριά του — βοηθούσε τη μαμά, έκανε επιμελώς τα μαθήματά του, και μερικές φορές μάζευε ακόμη και το δωμάτιό του.
Αλλά ο Ανδρέας είχε ένα μόνο ελάττωμα: δεν εκτιμούσε καθόλου τα παιχνίδια του. Ό,τι κι αν του αγόραζαν οι γονείς του, όλα χαλούσαν.
Θα του έφερνε η μαμά ένα τεράστιο ρομπότ-μετασχηματιστή, κι ο Ανδρέας το ξεχνούσε στον πάγκο.
Ο πατέρας θα του αγόραζε ένα εισαγόμενο τανκ, κι ο μικρός αμέσως το ξεμόνταρε και πετούσε τα κομμάτια.
Και όσο κι αν προσπαθούσαν η μαμά και ο μπαμπάς, ο Ανδρέας δεν φερόταν με σεβασμό στα παιχνίδια. Κάποια μέρα οι γονείς άκουσαν μάλιστα να λέει στον φίλο του «Ε, ο μπαμπάς και η μαμά θα μου αγοράσουν άλλα».
Και έτσι θα μεγάλωνε το αγόρι, αν δεν συνέβαινε ένα περιστατικό. Ένα πρωί ξύπνησε ο Ανδρέας, κοίταξε μέσα στο κουτί με τα παιχνίδια του — και δεν βρήκε τίποτα εκεί. Μόνο ένα παλιό τρενάκι κειτόταν εκεί, ακόμη από την εποχή της Σοβιετικής Ένωσης.
Τότε ο Ανδρέας φοβήθηκε και φώναξε τη μαμά.
Έφυγαν όλα τα παιχνίδια σου, Ανδρεάκη.
Η μαμά κούνησε θλιμμένα το κεφάλι της.
Πώς έφυγαν; Πού;
Τρίβοντας προσβεβλημένος τη μύτη του, παραλίγο να κλάψει. Αλλά τα αγόρια δεν έπρεπε να κλαίνε.
Σε άλλο αγόρι, που φροντίζει τα παιχνίδια του.
Και τι να κάνω;
Αλλά η μαμά απλώς σήκωσε τους ώμους της και, φεύγοντας για την κουζίνα, παρατήρησε:
Τα λάθη πρέπει να τα διορθώνουμε μόνοι μας.
Κάθισε ο Ανδρέας στο δωμάτιό του, σκέφτηκε — και του ήρθε μια ιδέα. Κρυφά μπήκε στο εργαστήριο του πατέρα του και δανείστηκε από εκεί δυο σωληνάρια μπογιά. Κάθισε στο χαλί του, άπλωσε τα πινελάκια και άρχισε να δουλεύει.
Πέρασε μόνο μια μέρα, αλλά το τρενάκι έγινε σαν καινούριο. Και πού χάθηκαν οι πλευρές με τη ξεφλουδισμένη μπογιά. Βέβαια, το χαλί και ο Ανδρέας ήταν κι αυτοί γεμάτοι μπογιά, και το αγόρι είχε κουραστεί. Δύσκολη δουλειά αποδείχτηκε αυτή — να επισκευάζεις παιχνίδια.
Και την επόμενη μέρα, επιστρέφοντας από το σχολείο, το αγόρι δεν πίστευε στα μάτια του. Στο κρεβάτι του δωματίου του κειτόταν ένα ρομπότ! Πήδηξε χαρούμενος ο Ανδρέας προς το κουτί με τα παιχνίδια, κι αυτό ήταν πάλι γεμάτο.
Από τότε δεν έσπασε ποτέ ξανά ούτε έχασε τα παιχνίδια του. Και ό,τι έσπαγε κατά λάθος, το επισκεύαζε πάντα με τη βοήθεια του μπαμπά.